ἔκτιμος

ἔκτῑμ-ος, ον, ([etym.] τιμή)
A without honour, γονέων ἐκτίμους ἴσχουσα πτέρυγας . . γόων restraining them so that they show not the honour due to parents, S. El.242 (lyr.).
II highly priced, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έκτιμος — ἔκτιμος, ον (Α) 1. ο χωρίς τιμή, αυτός που δεν προσφέρει την πρέπουσα τιμή 2. αυτός που τιμά κάποιον ιδιαίτερα 3. εξαιρετικά έντιμος, πολύ εκτιμώμενος 4. αυτός για τον οποίο ορίστηκε τίμημα που πρέπει να πληρώσει …   Dictionary of Greek

  • ἔκτιμος — ἔκτῑμος , ἔκτιμος without honour masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκτιμον — ἔκτῑμον , ἔκτιμος without honour masc/fem acc sg ἔκτῑμον , ἔκτιμος without honour neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκτίμους — ἐκτί̱μους , ἔκτιμος without honour masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκτιμα — ἔκτῑμα , ἔκτιμος without honour neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.